Η μόνη λάμψη που δεν είναι εφήμερη και αποκτά διαχρονική αξία είναι αυτή που καταφέρνει κάποιος να χαράξει στην ψυχή του συναθλητή του.
Aπό τον Παναγιώτη Τερπάνδρου Ζαχαρίου
Η μόνη λάμψη που δεν είναι εφήμερη και αποκτά διαχρονική αξία είναι αυτή που καταφέρνει κάποιος να χαράξει στην ψυχή του συναθλητή του. Και αυτό συμβαίνει μόνο όταν κάποια στιγμή επιτυγχάνεται η σχεδόν ακατόρθωτη υπέρβαση του ΕΓΩΙΣΜΟΥ μας. Λοιπόν, φίλοι μου, αυτό που μου έμεινε από την όλη μου εμπειρία στην φετινή διοργάνωση ήταν το φως που χαράχθηκε στην δική μου ψυχή από έναν έως τότε «αντίπαλο», όταν κυριολεκτικά «κλάταρα» στο τελευταίο ανηφορικό σκάσιμο πριν το τερματισμό στο Σούνιο.
Κουρασμένος από την ένταση της προηγούμενης ημέρας, δεν είχα καμμία τύχη να κρατήσω το προβάδισμα της πρώτης θέσης – και μάλιστα, τώρα πια θα έμενα και εκτός βάθρου (αλοίμονό μου…) καθώς πλησίαζε η ατμομηχανή που απαντά στο όνομα Δαλέζιος. Εύκολα θα κάλυπτε το ένα λεπτό που χρειαζόταν να με εκτοπίσει από το βάθρο, και καλά θα έκανε, εφόσον είχε σταθεί άτυχος στον προηγούμενο αγώνα με της πτώσεις που είχαν σκάσει μπροστά του πριν το σπριντ.
Αλλά αντί να συνεχίσει, ο Σήφης Δαλέζιος κοντοστάθηκε δίπλα μου και είπε: «Τι έγινε Παναγιώτη; Μπούκωσες, καημένε;»
«Δεν έχει άλλο, βρε Σήφη» ήταν το μόνο που κατάφερα να πω.
Για να μην πολυλογώ, ο άνθρωπος κυριολεκτικά με έσυρε έως τον τερματισμό όπου με παρότρυνε να σπριντάρω κιόλας, μπας και κερδίσω κάποια δευτερόλεπτα για να μην χάσω την θέση μου. Λίγη ώρα αργότερα, για κάποια δευτερόλεπτα, το βάθρο φιλοξένησε τους Ορφανίδη, Ζαχαρίου και Μπούτσια, πλαισιωμένους με δύο μανο-μάνουλα ένθεν κι ένθεν, τρομάρα μας…
Αυτό που θα αιωρείται πάνω από την φωτογραφία μας, όμως, θα είναι για πάντα η ανιδιοτελής λάμψη του Σήφη. Και πως αλλιώς; Πάντα έτρεχε και τρέχει ως ποιητής.
mbike.gr ο κόσμος του ποδηλάτου